παλεύω
•
- παίρνω μέρος σε αγώνα πάλης Βικιλεξικό
- συγκρούομαι με κάποιον και προσπαθώ να τον νικήσω με τη σωματική μου δύναμη Βικιλεξικό
- μεταφορικάαγωνίζομαι με κάποιον, επιδιώκοντας να τον νικήσω, π.χ. με επιχειρήματα, μάχομαι εναντίον δύσκολων συνθηκών Βικιλεξικό
- προσπαθώ πάρα πολύ έντονα, με επιμονή και χωρίς να εγκαταλείπω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλεύω < μεσαιωνική ελληνική παλεύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →