πανάδα
•
- μικρή υπόφαιος κηλίδα που υπάρχει στο δέρμα (πρόσωπο ή σώμα) Βικιλεξικό
- παρωχημένοείδος πρόχειρου φαγητού (με βρασμένο ψωμί κ.ά.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πανάδα < πάν(α) (σημασία: μούχλα σε τρόφιμα) + -άδα < → δείτε τη λέξη πανί
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πανάδα | πανάδες |
| Γενική | πανάδας | πανάδων |
| Αιτιατική | πανάδα | πανάδες |
| Κλητική | πανάδα | πανάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →