Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανάδα

/paˈna.ða/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μικρή υπόφαιος κηλίδα που υπάρχει στο δέρμα (πρόσωπο ή σώμα) Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοείδος πρόχειρου φαγητού (με βρασμένο ψωμί κ.ά.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πανάδα < πάν(α) (σημασία: μούχλα σε τρόφιμα) + -άδα < → δείτε τη λέξη πανί

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπανάδαπανάδες
Γενικήπανάδαςπανάδων
Αιτιατικήπανάδαπανάδες
Κλητικήπανάδαπανάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →