Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανί

/paˈni/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ύφασμακομμάτι ανθεκτικού υφάσματος, συνήθως βαμβακερού Βικιλεξικό
  2. ναυτικός όροςμεγάλο κομμάτι υφάσματος που αναρτάται σε ιστιοφόρα πλοία και το οποίο, όταν το φουσκώνει ο άνεμος, κινεί το σκάφος Βικιλεξικό
    • Οι φρεγάδες είχαν απλωμένα όλα τα πανιά. Φλόκοι και κονταφλόκοι, γάμπιες και παπαφίγγοι και παρουκέτα και τρίγγοι όλα ήσαν στη θέσι τους. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Τα λόγια της πλώρης, 1899)

Ετυμολογία

πανί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πανίον < ελληνιστική κοινή πάννος < λατινική pannus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *peh₂n- (ύφασμα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπανίπανιά
Γενικήπανιούπανιών
Αιτιατικήπανίπανιά
Κλητικήπανίπανιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →