πανεπιστήμιο
•
- ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα· υποδιαιρείται σε σχολές όπου διδάσκονται διάφορες επιστήμες. Στην αναφορά σε τίτλο συγκεκριμένου ιδρύματος, αναγράφεται με κεφαλαίο Βικιλεξικό
- έβγαλε πανεπιστήμιο
- συνεκδοχικάτο κτίριο όπου στεγάζεται το πανεπιστήμιο Βικιλεξικό
- περνάς μπροστά από το Πανεπιστήμιο
- φοίτησε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
- φοίτησε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, συγκεκριμένα στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Ετυμολογία
πανεπιστήμιο < παν- + επιστήμ(η) + -ιο(ν), με βάση την ελληνιστική κοινή πανεπιστήμων < (μεταφραστικό δάνειο) λατινική universitas :: Λέξη που πλάσθηκε από τον Αδαμάντιο Κοραή το 1810
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πανεπιστήμιο | πανεπιστήμια |
| Γενική | πανεπιστήμιου / πανεπιστημίου | πανεπιστημίων |
| Αιτιατική | πανεπιστήμιο | πανεπιστήμια |
| Κλητική | πανεπιστήμιο | πανεπιστήμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →