πανηγυρισμός
•
- σύνολο εκδηλώσεων που εκφράζουν τη μεγάλη χαρά και τον ενθουσιασμό ενός ατόμου ή ομάδας για ένα πρόσφατο γεγονός Βικιλεξικό
- έξαλλοι πανηγυρισμοί μετά τη νίκη της Εθνικής στο Μουντιάλ
Ετυμολογία
πανηγυρισμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πανηγυρισμός > πανηγυρίζω πανηγυρισ- + -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πανηγυρισμός | πανηγυρισμοί |
| Γενική | πανηγυρισμού | πανηγυρισμών |
| Αιτιατική | πανηγυρισμό | πανηγυρισμούς |
| Κλητική | πανηγυρισμέ | πανηγυρισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →