Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανηγυρικός

/pa.ni.ʝi.ɾiˈkos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο λόγος που εκφωνείται στα πλαίσια ενός εορτασμού Βικιλεξικό
    • Ξεδιπλώνοντας έναν πραγματικό πανηγυρικό της γλωσσικής δημιουργίας, ποικιλίας και διαφοράς, το πολύγλωσσο ποίημα επι τυγχάνει να απαλλάξει την πολυγλωσσία από το στίγμα της παρεξήγησης και της καχυποψίας. (Ερατοσθένης Γ. Καψωμένος, Γιάννης Ε. Παππάς, Eλληνικός μεταπολεμικός υπερρεαλισμός, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Φιλοσοφική Σχολή, 2005, σελ. 140)

Ετυμολογία

πανηγυρικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πανηγυρικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπανηγυρική / πανηγυρικός / πανηγυρικόπανηγυρικές / πανηγυρικοί / πανηγυρικά
Γενικήπανηγυρικής / πανηγυρικού / πανηγυρικούπανηγυρικών / πανηγυρικών / πανηγυρικών
Αιτιατικήπανηγυρική / πανηγυρικό / πανηγυρικόπανηγυρικές / πανηγυρικούς / πανηγυρικά
Κλητικήπανηγυρική / πανηγυρικέ / πανηγυρικόπανηγυρικές / πανηγυρικοί / πανηγυρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πανηγυρικός

/pa.ni.ʝi.ɾiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γίνεται για να γιορταστεί κάποιο ευχάριστο, συνήθως επετειακό, γεγονός Βικιλεξικό
    • πανηγυρική τελετή
  2. που χαρακτηρίζεται από συναισθήματα χαράς κι ενθουσιασμού Βικιλεξικό
    • πανηγυρική ατμόσφαιρα
  3. μεταφορικάκαθολικός, αδιαμφισβήτητος Βικιλεξικό
    • πανηγυρική δικαίωση
    • πανηγυρική εξαγγελία

Ετυμολογία

πανηγυρικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πανηγυρικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανηγυρικόςπανηγυρικήπανηγυρικό
Γενικήπανηγυρικούπανηγυρικήςπανηγυρικού
Αιτιατικήπανηγυρικόπανηγυρικήπανηγυρικό
Κλητικήπανηγυρικέπανηγυρικήπανηγυρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανηγυρικοίπανηγυρικέςπανηγυρικά
Γενικήπανηγυρικώνπανηγυρικώνπανηγυρικών
Αιτιατικήπανηγυρικούςπανηγυρικέςπανηγυρικά
Κλητικήπανηγυρικοίπανηγυρικέςπανηγυρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →