πανηγυρικός
•
- ο λόγος που εκφωνείται στα πλαίσια ενός εορτασμού Βικιλεξικό
- Ξεδιπλώνοντας έναν πραγματικό πανηγυρικό της γλωσσικής δημιουργίας, ποικιλίας και διαφοράς, το πολύγλωσσο ποίημα επι τυγχάνει να απαλλάξει την πολυγλωσσία από το στίγμα της παρεξήγησης και της καχυποψίας. (Ερατοσθένης Γ. Καψωμένος, Γιάννης Ε. Παππάς, Eλληνικός μεταπολεμικός υπερρεαλισμός, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Φιλοσοφική Σχολή, 2005, σελ. 140)
Ετυμολογία
πανηγυρικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πανηγυρικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πανηγυρική / πανηγυρικός / πανηγυρικό | πανηγυρικές / πανηγυρικοί / πανηγυρικά |
| Γενική | πανηγυρικής / πανηγυρικού / πανηγυρικού | πανηγυρικών / πανηγυρικών / πανηγυρικών |
| Αιτιατική | πανηγυρική / πανηγυρικό / πανηγυρικό | πανηγυρικές / πανηγυρικούς / πανηγυρικά |
| Κλητική | πανηγυρική / πανηγυρικέ / πανηγυρικό | πανηγυρικές / πανηγυρικοί / πανηγυρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →