παπάρι
•
- λαϊκότροποτο ανδρικό μόριο Βικιλεξικό
- Και καθώς ο Διόνυσος ήταν παθιάρης άντρας και δεν παρεξηγούσε λεπτομέρειες τύπου « Αγάπη μου , μην το πάρεις στραβά , αλλά έχω ένα παπάρι να » , είχε πάθει τρελό σεβντά με τον Άμπελο, αλλά το παλικάρι τώρα , εμ σάτυρος. (Αύγουστος Κορτώ, Νεοελληνική Μυθολογία, εκδ. Πατάκης, 2016)
- αρχίδι, ιδίως στον πληθυντικό, στην έκφραση «στα παπάρια μου» Βικιλεξικό
- Πως να εκλάβει λοιπόν τη σιωπή μου, αν όχι ως συγκατάθεση; Στα παπάρια της οι βουβές εσωτερικές αντιρρήσεις μου, και, όπως αποδεικνυόταν από τη σιωπή της, στα παπάρια της και το σημείωμα, αν, εννοείται, είχε περιέλθει σε γνώση της. (Ντίνος Οικονόμου, Το σπασμένο τακούνι, εκδ. Καστανιώτη, 2010
- ενοχλητικό πρόσωπο ή αντικείμενο Βικιλεξικό
- Στη γωνία του Παπαστράτου πέσαμε μούρη με μούρη πάνω στον διάκο και στον Σώτο, βολτάριζαν και αυτοί ... «Το ένα παπάρι τακίμιασε με τ' άλλο» είπε ο Αχιλλάκος μόλις μπήκαμε στο πάρκο (Κώστας Ακρίβος, Γάλα μαγνησίας, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
Ετυμολογία
παπάρι < παπάρ(α) + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παπάρι | παπάρια |
| Γενική | παπαριού | παπαριών |
| Αιτιατική | παπάρι | παπάρια |
| Κλητική | παπάρι | παπάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →