παράγραφος
•
- τμήμα κειμένου με αυτοτέλεια και ενότητα, που η πρώτη γραμμή του γράφεται λίγο δεξιότερα από τις υπόλοιπες γραμμές, για να ξεχωρίζει Βικιλεξικό
- νομικός όροςτμήμα νομικού κειμένου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παράγραφος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παράγραφος < αρχαία ελληνική παραγράφω < παρά- + -γραφος, λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική paragraphe
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παράγραφος | παράγραφοι / παράγραφοι παράγραφες |
| Γενική | παραγράφου | παραγράφων |
| Αιτιατική | παράγραφο | παραγράφους / παραγράφους παράγραφες |
| Κλητική | παράγραφε / παράγραφε παράγραφο | παράγραφοι / παράγραφοι παράγραφες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →