παραγράφω
•
- νομικός όροςαίρω τις συνέπειες για διαπραχθέν αδίκημα, μετά από παρέλευση ορισμένου χρονικού διαστήματος Βικιλεξικό
- καταργώ, διαγράφω Βικιλεξικό
- οικείογράφω πολύ, για πολλή ώρα συνεχόμενα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραγράφω (1,2) < αρχαία ελληνική παραγράφω < παρά + γράφω : παραγράφω (3) < παρα- + γράφω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραγράφω | παραγράφεις | παραγράφει | παραγράφουμε | παραγράφετε | παραγράφουν / παραγράφουνε |
| Παρατατικός | παρέγραφα / παραέγραφα | παρέγραφες / παραέγραφες | παρέγραφε / παραέγραφε | παραγράφαμε | παραγράφατε | παρέγραφαν / παραέγραφαν / παραγράφαν / παραγράφανε |
| Αόριστος | παρέγραψα / παραέγραψα | παρέγραψες / παραέγραψες | παρέγραψε / παραέγραψε | παραγράψαμε | παραγράψατε | παρέγραψαν / παραέγραψαν / παραγράψαν / παραγράψανε |
| Μέλλοντας | θα παραγράφω / θα παραγράψω | θα παραγράφεις / θα παραγράψεις | θα παραγράφει / θα παραγράψει | θα παραγράφουμε / θα παραγράψουμε | θα παραγράφετε / θα παραγράψετε | θα παραγράφουν / θα παραγράφουνε / θα παραγράψουν |
| Υποτακτική | να παραγράφω / να παραγράψω | να παραγράφεις / να παραγράψεις | να παραγράφει / να παραγράψει | να παραγράφουμε / να παραγράψουμε | να παραγράφετε / να παραγράψετε | να παραγράφουν / να παραγράφουνε / να παραγράψουν |
| Προστακτική | — | παράγραφε / παράγραψε | — | — | παραγράφετε / παραγράψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →