παράθεμα
•
- αυτούσιο τμήμα κειμένου από βιβλίο ή άρθρο κάποιου συγγραφέα που παρατίθεται σε γραπτό κείμενο, με παραπομπή στην πηγή απ' όπου αντλήθηκε Βικιλεξικό
- Το πρώτο και κύριο ερώτημα που ετέθη όσον αφορά τη γνησιότητα του αποσπάσματος είναι αν πρόκειται για ένα κατά λέξη παράθεμα ή για παράφραση του Πορφύριου
Ετυμολογία
παράθεμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παράθεμα < αρχαία ελληνική παρατίθημι < παρά + τίθημι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παράθεμα | παραθέματα |
| Γενική | παραθέματος | παραθεμάτων |
| Αιτιατική | παράθεμα | παραθέματα |
| Κλητική | παράθεμα | παραθέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →