παραθέτω
•
- βάζω στη σειρά, μιλώντας ή γράφοντας, το ένα δίπλα στο ένα ομοειδή στοιχεία· εκθέτω Βικιλεξικό
- παραθέτω επιχειρήματα
- επίσημοπροσφέρω Βικιλεξικό
- παραθέτω γεύμα
Ετυμολογία
παραθέτω < μεσαιωνική ελληνική παραθέτω < αρχαία ελληνική παρατίθημι < παρά + τίθημι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραθέτω | παραθέτεις | παραθέτει | παραθέτουμε | παραθέτετε | παραθέτουν / παραθέτουνε |
| Παρατατικός | παρέθετα | παρέθετες | παρέθετε | παραθέταμε | παραθέτατε | παρέθεταν / παραθέταν / παραθέτανε |
| Αόριστος | παρέθεσα | παρέθεσες | παρέθεσε | παραθέσαμε | παραθέσατε | παρέθεσαν / παραθέσαν / παραθέσανε |
| Μέλλοντας | θα παραθέσω / θα παραθέτω | θα παραθέσεις / θα παραθέτεις | θα παραθέσει / θα παραθέτει | θα παραθέσουμε / θα παραθέτουμε | θα παραθέσετε / θα παραθέτετε | θα παραθέσουν / θα παραθέσουνε / θα παραθέτουν / θα παραθέτουνε |
| Παρακείμενος | έχω παραθέσει | έχεις παραθέσει | έχει παραθέσει | έχουμε παραθέσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραθέσει | είχες παραθέσει | είχε παραθέσει | είχαμε παραθέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παραθέσει / να παραθέσω / να παραθέτω | να έχεις παραθέσει / να παραθέσεις / να παραθέτεις | να έχει παραθέσει / να παραθέσει / να παραθέτει | να έχουμε παραθέσει / να παραθέσουμε / να παραθέτουμε | να παραθέσετε / να παραθέτετε | να παραθέσουν / να παραθέσουνε / να παραθέτουν / να παραθέτουνε |
| Προστακτική | — | έχε παρατεθειμένο / παρέθεσε / παρέθετε | — | — | παραθέστε / παραθέτετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →