Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παράθεση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραθέτω, η παρουσίαση κάποιων γεγονότων ή στοιχείων με διαδοχική σειρά Βικιλεξικό
    • παράθεση επιχειρημάτων
  2. η ενσωμάτωση σε κείμενο αποσπάσματος ενός άλλου κειμένου, ενός παραθέματος Βικιλεξικό
  3. παραβολή, σύγκριση Βικιλεξικό
  4. προσφορά Βικιλεξικό
    • παράθεση γεύματος
  5. γραμματικήομοιόπτωτος ονοματικός προσδιορισμός που δηλώνει μια γνωστή ιδιότητα του προσδιοριζόμενου ουσιαστικού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παράθεση < ελληνιστική κοινή παράθεσις < αρχαία ελληνική παρατίθημι < παρά + τίθημι (5. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική apposition)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαράθεσηπαραθέσεις
Γενικήπαράθεσηςπαραθέσεων
Αιτιατικήπαράθεσηπαραθέσεις
Κλητικήπαράθεσηπαραθέσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →