παρέλευση
•
- η πάροδος, το πέρασμα Βικιλεξικό
- μετά παρέλευση ενός μήνα, λήγει η διορία
Ετυμολογία
παρέλευση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παρέλευ(σις) < παρελεύσομαι, μέλλοντας του παρέρχομαι + -ση. Συγχρονικά αναλύεται σε παρ- + έλευση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρέλευση | παρελεύσεις |
| Γενική | παρέλευσης | παρελεύσεων |
| Αιτιατική | παρέλευση | παρελεύσεις |
| Κλητική | παρέλευση | παρελεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →