παρέρχομαι
•
- λόγιοπερνώ, φεύγω, ξεπερνιέμαι Βικιλεξικό
- Παρήλθε η εποχή της αυθαιρεσίας του κράτους.
- Οι κυβερνήσεις έρχονται και 'παρέρχονται.
- Αν, όταν ήμουν παιδάκι, είχα μια κάποια ευκολία στη συγγραφή, πρέπει να σημειώσω πως, όταν παρήλθε η παρορμητική περίοδος της εφηβείας, προσπάθησα πάντα να αγωνιστώ κατά αυτής της ευκολίας. (Διαβάζω, τεύχη 414-419, 2001, σελ. 53)
Ετυμολογία
παρέρχομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρέρχομαι. Συγχρονικά αναλύεται σε παρ- + έρχομαι
Άλλοι τύποι
παρέλθειπαρήλθα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →