Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρελθόν

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το χρονικό διάστημα πριν από αυτή τη στιγμή, ο χρόνος που πέρασε, σε αντιδιαστολή με το παρόν και το μέλλον Βικιλεξικό
    • Aυτό που με τρομάζει για το παρελθόν είναι ότι όσο ο καιρός προχωρά, τόσο αυτό πάει όλο και πιο πίσω και για το μέλλον ότι όλο και πιο πολύ με πλησιάζει.
    • Υπάρχουν πολλά μυθιστορήματα και ταινίες επιστημονικής φαντασίας, όπου παρουσιάζονται άτομα που προσπαθούν να αλλάξουν το παρελθόν, ή θέλουν να γνωρίσουν το μέλλον. (Δημήτριος, Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, Σ. Δαμασκηνός, Αφιέρωμα στον Αρχιεπίσκοπο Δημήτριο, εκδ. Σάκκουλα - Ευνομία, 2002)
  2. ό,τι είναι χρονικά περασμένο, τα γεγονότα που συνέβησαν σε περασμένους καιρούς, η περασμένη ζωή ατόμων, ομάδων, λαών, η ιστορία τους Βικιλεξικό
    • ένδοξο παρελθόν
    • Κική Δημουλά, [1931-2020], Αρχαίο θέατρο Αιγές-Αιγείρα, (2014). Δημόσιος καιρός. Αθήνα, εκδόσεις: Ίκαρος @greek-language.gr
    • Το άτομο από σώμα γίνεται σκιά, από σαρκική ύπαρξη, σκιώδης πρόγονος, από απτή παρουσία, τοτέμ και φόβητρο του παρελθόντος. (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 377-380, 1997)
  3. βεβαρυμένος προηγούμενος βίος Βικιλεξικό
    • Η γυναίκα που πήρες έχει παρελθόν.

Ετυμολογία

παρελθόν < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρελθόν, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της μετοχής παρελθών, μετοχή ενεργητικού αορίστου του ρήματος πάρειμι / παρέρχομαι < παρ- + ἐλθών → δείτε παρά + εἶμι / ἔρχομαι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαρελθόνπαρελθόντα
Γενικήπαρελθόντοςπαρελθόντων
Αιτιατικήπαρελθόνπαρελθόντα
Κλητικήπαρελθόνπαρελθόντα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →