παραζαλίζω
•
- ενοχλώ, ταράζω, αναστατώνω Βικιλεξικό
- ζαλίζω κάποιον σε μεγάλο βαθμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραζαλίζω < παραζάλη + -ίζω # παραζαλίζω < παρα- + ζαλίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραζαλίζω | παραζαλίζεις | παραζαλίζει | παραζαλίζουμε | παραζαλίζετε | παραζαλίζουν / παραζαλίζουνε |
| Παρατατικός | παραζάλιζα | παραζάλιζες | παραζάλιζε | παραζαλίζαμε | παραζαλίζατε | παραζάλιζαν / παραζαλίζαν / παραζαλίζανε |
| Αόριστος | παραζάλισα | παραζάλισες | παραζάλισε | παραζαλίσαμε | παραζαλίσατε | παραζάλισαν / παραζαλίσαν / παραζαλίσανε |
| Μέλλοντας | θα παραζαλίζω / θα παραζαλίσω | θα παραζαλίζεις / θα παραζαλίσεις | θα παραζαλίζει / θα παραζαλίσει | θα παραζαλίζουμε / θα παραζαλίσουμε | θα παραζαλίζετε / θα παραζαλίσετε | θα παραζαλίζουν / θα παραζαλίζουνε / θα παραζαλίσουν / θα παραζαλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παραζαλίσει | έχεις παραζαλίσει | έχει παραζαλίσει | έχουμε παραζαλίσει | έχετε παραζαλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραζαλίσει | είχες παραζαλίσει | είχε παραζαλίσει | είχαμε παραζαλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παραζαλίσει / να παραζαλίζω / να παραζαλίσω | να έχεις παραζαλίσει / να παραζαλίζεις / να παραζαλίσεις | να έχει παραζαλίσει / να παραζαλίζει / να παραζαλίσει | να έχουμε παραζαλίσει / να παραζαλίζουμε / να παραζαλίσουμε | να έχετε παραζαλίσει / να παραζαλίζετε / να παραζαλίσετε | να παραζαλίζουν / να παραζαλίζουνε / να παραζαλίσουν / να παραζαλίσουνε |
| Προστακτική | — | παραζάλιζε / παραζάλισε | — | — | παραζαλίζετε / παραζαλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →