παρακαμπτικός
•
- που έχει σχέση με κάποια παράκαμψη, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρακαμπτικός < παρακάμπτω + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρακαμπτικός | παρακαμπτική | παρακαμπτικό |
| Γενική | παρακαμπτικού | παρακαμπτικής | παρακαμπτικού |
| Αιτιατική | παρακαμπτικό | παρακαμπτική | παρακαμπτικό |
| Κλητική | παρακαμπτικέ | παρακαμπτική | παρακαμπτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρακαμπτικοί | παρακαμπτικές | παρακαμπτικά |
| Γενική | παρακαμπτικών | παρακαμπτικών | παρακαμπτικών |
| Αιτιατική | παρακαμπτικούς | παρακαμπτικές | παρακαμπτικά |
| Κλητική | παρακαμπτικοί | παρακαμπτικές | παρακαμπτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →