κάμπτω
•
- μεταβατικόλυγίζω κάτι μεταβάλλοντας το σχήμα του από ευθύ σε καμπύλο Βικιλεξικό
- κάμπτω τα γόνατα
- μεταφορικάλυγίζω, αντιμετωπίζω αποτελεσματικά, καταβάλλω, νικώ Βικιλεξικό
- μετά από προσπάθεια έκαμψε τις αντιστάσεις όσων διαφωνούσαν αρχικά
Ετυμολογία
κάμπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κάμπτω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kh₂emp- (κάμπτω, λυγίζω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κάμπτω | κάμπτεις | κάμπτει | κάμπτουμε | κάμπτετε | κάμπτουν / κάμπτουνε |
| Παρατατικός | έκαμπτα | έκαμπτες | έκαμπτε | κάμπταμε | κάμπτατε | έκαμπταν / κάμπταν / κάμπτανε |
| Αόριστος | έκαμψα | έκαμψες | έκαμψε | κάμψαμε | κάμψατε | έκαμψαν / κάμψαν / κάμψανε |
| Μέλλοντας | θα κάμπτω / θα κάμψω | θα κάμπτεις / θα κάμψεις | θα κάμπτει / θα κάμψει | θα κάμπτουμε / θα κάμψουμε | θα κάμπτετε / θα κάμψετε | θα κάμπτουν / θα κάμπτουνε / θα κάμψουν / θα κάμψουνε |
| Παρακείμενος | έχω κάμψει | έχεις κάμψει | έχει κάμψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κάμψει | είχες κάμψει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κάμψει / να κάμπτω / να κάμψω | να έχεις κάμψει / να κάμπτεις / να κάμψεις | να έχει κάμψει / να κάμπτει / να κάμψει | να κάμπτουμε / να κάμψουμε | να κάμπτετε / να κάμψετε | να κάμπτουν / να κάμπτουνε / να κάμψουν / να κάμψουνε |
| Προστακτική | — | κάμπτε / κάμψε | — | — | κάμπτετε / κάμψτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κάμφθηκακάμπτομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →