παρακάμπτω
•
- προσπερνώ από το πλάι κάτι, στην προσπάθειά μου να το αποφύγω Βικιλεξικό
- μεταφορικάαποφεύγω ένα πρόβλημα ή μια δυσκολία που συναντώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρακάμπτω < (ελληνιστική κοινή) < παρά + αρχαία ελληνική κάμπτω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παρακάμπτω | παρακάμπτεις | παρακάμπτει | παρακάμπτουμε | παρακάμπτετε | παρακάμπτουν / παρακάμπτουνε |
| Παρατατικός | παρέκαμπτα | παρέκαμπτες | παρέκαμπτε | παρακάμπταμε | παρακάμπτατε | παρέκαμπταν / παρακάμπταν / παρακάμπτανε |
| Αόριστος | παρέκαμψα | παρέκαμψες | παρέκαμψε | παρακάμψαμε | παρακάμψατε | παρέκαμψαν / παρακάμψαν / παρακάμψανε |
| Μέλλοντας | θα παρακάμπτω / θα παρακάμψω | θα παρακάμπτεις / θα παρακάμψεις | θα παρακάμπτει / θα παρακάμψει | θα παρακάμπτουμε / θα παρακάμψουμε | θα παρακάμπτετε / θα παρακάμψετε | θα παρακάμπτουν / θα παρακάμπτουνε / θα παρακάμψουν / θα παρακάμψουνε |
| Παρακείμενος | έχω παρακάμψει | έχεις παρακάμψει | έχει παρακάμψει | έχουμε παρακάμψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παρακάμψει | είχες παρακάμψει | είχε παρακάμψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παρακάμψει / να παρακάμπτω / να παρακάμψω | να έχεις παρακάμψει / να παρακάμπτεις / να παρακάμψεις | να έχει παρακάμψει / να παρακάμπτει / να παρακάμψει | να έχουμε παρακάμψει / να παρακάμπτουμε / να παρακάμψουμε | να παρακάμπτετε / να παρακάμψετε | να παρακάμπτουν / να παρακάμπτουνε / να παρακάμψουν / να παρακάμψουνε |
| Προστακτική | — | παράκαμπτε / παράκαμψε | — | — | παρακάμπτετε / παρακάμψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →