παρακμάζω
•
- βρίσκομαι σε χειρότερη κατάσταση απ’ αυτή που ήμουν το προηγούμενο χρονικό διάστημα, έχει μειωθεί η ισχύς, το κύρος μου κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρακμάζω < αρχαία ελληνική παρακμάζω < παρά + ἀκμάζω < ἀκμή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα*h₂eḱ- (κοφτερός, οξύς)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παρακμάζω | παρακμάζεις | παρακμάζει | παρακμάζουμε | παρακμάζετε | παρακμάζουν / παρακμάζουνε |
| Παρατατικός | παράκμαζα | παράκμαζες | παράκμαζε | παρακμάζαμε | παρακμάζατε | παράκμαζαν / παρακμάζαν / παρακμάζανε |
| Αόριστος | παράκμασα | παράκμασες | παράκμασε | παρακμάσαμε | παρακμάσατε | παράκμασαν / παρακμάσαν / παρακμάσανε |
| Μέλλοντας | θα παρακμάζω / θα παρακμάσω | θα παρακμάζεις / θα παρακμάσεις | θα παρακμάζει / θα παρακμάσει | θα παρακμάζουμε / θα παρακμάσουμε | θα παρακμάζετε / θα παρακμάσετε | θα παρακμάζουν / θα παρακμάζουνε / θα παρακμάσουν / θα παρακμάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παρακμάσει | έχεις παρακμάσει | έχει παρακμάσει | έχουμε παρακμάσει | έχετε παρακμάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παρακμάσει | είχες παρακμάσει | είχε παρακμάσει | είχαμε παρακμάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παρακμάσει / να παρακμάζω / να παρακμάσω | να έχεις παρακμάσει / να παρακμάζεις / να παρακμάσεις | να έχει παρακμάσει / να παρακμάζει / να παρακμάσει | να έχουμε παρακμάσει / να παρακμάζουμε / να παρακμάσουμε | να έχετε παρακμάσει / να παρακμάζετε / να παρακμάσετε | να παρακμάζουν / να παρακμάζουνε / να παρακμάσουν / να παρακμάσουνε |
| Προστακτική | — | παράκμαζε / παράκμασε | — | — | παρακμάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
παρακμάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →