παρακμιακός
•
- που παρουσιάζει σημεία παρακμής, αποσύνθεσης, που χαρακτηρίζεται από παρηκμασμένο τρόπο ζωής, επιλογές, που είναι σε διαδρομή φθοράς, δεν ενδιαφέρεται για το μέλλον, ίσως ανήθικος ή άσωτος Βικιλεξικό
- Κυριαρχούσε παρακμιακό κλίμα
- που δημιουργεί σε εποχή παρακμής Βικιλεξικό
- που σχετίζεται με το παρακμιακό ρεύμα στη λογοτεχνία, ζωγραφική κ.α. Βικιλεξικό
- Ο Οσκαρ Ουάιλντ χαρακτηρίζεται ένας από τους σημαντικότερους παρακμιακούς λογοτέχνες
Ετυμολογία
παρακμιακός < παρακμ(ή) + -ιακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρακμιακός | παρακμιακή | παρακμιακό |
| Γενική | παρακμιακού | παρακμιακής | παρακμιακού |
| Αιτιατική | παρακμιακό | παρακμιακή | παρακμιακό |
| Κλητική | παρακμιακέ | παρακμιακή | παρακμιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρακμιακοί | παρακμιακές | παρακμιακά |
| Γενική | παρακμιακών | παρακμιακών | παρακμιακών |
| Αιτιατική | παρακμιακούς | παρακμιακές | παρακμιακά |
| Κλητική | παρακμιακοί | παρακμιακές | παρακμιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →