Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρακμιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που παρουσιάζει σημεία παρακμής, αποσύνθεσης, που χαρακτηρίζεται από παρηκμασμένο τρόπο ζωής, επιλογές, που είναι σε διαδρομή φθοράς, δεν ενδιαφέρεται για το μέλλον, ίσως ανήθικος ή άσωτος Βικιλεξικό
    • Κυριαρχούσε παρακμιακό κλίμα
  2. που δημιουργεί σε εποχή παρακμής Βικιλεξικό
  3. που σχετίζεται με το παρακμιακό ρεύμα στη λογοτεχνία, ζωγραφική κ.α. Βικιλεξικό
    • Ο Οσκαρ Ουάιλντ χαρακτηρίζεται ένας από τους σημαντικότερους παρακμιακούς λογοτέχνες

Ετυμολογία

παρακμιακός < παρακμ(ή) + -ιακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρακμιακόςπαρακμιακήπαρακμιακό
Γενικήπαρακμιακούπαρακμιακήςπαρακμιακού
Αιτιατικήπαρακμιακόπαρακμιακήπαρακμιακό
Κλητικήπαρακμιακέπαρακμιακήπαρακμιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρακμιακοίπαρακμιακέςπαρακμιακά
Γενικήπαρακμιακώνπαρακμιακώνπαρακμιακών
Αιτιατικήπαρακμιακούςπαρακμιακέςπαρακμιακά
Κλητικήπαρακμιακοίπαρακμιακέςπαρακμιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →