παρακολούθημα
•
- είναι ο χώρος εκείνος μιας ιδιοκτησίας (κτιρίου ή οικοπέδου) που έχει βοηθητική χρήση Βικιλεξικό
- η οικογένεια Τάδε έχτισε ένα παρακολούθημα με εμβαδόν 10 τετραγωνικών μέτρων για τη στέγαση του λέβητα· σα συνέπεια η αντικειμενική αξία της ακίνητης περιουσίας αυξήθηκε
- αυτό που ακολουθεί Βικιλεξικό
- παρακολούθημα και λογική συνέπεια των πράξεών μου ήταν να αποκτήσω περισσότερους φίλους
Ετυμολογία
παρακολούθημα < παρά + ακολούθημα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρακολούθημα | παρακολουθήματα |
| Γενική | παρακολουθήματος | παρακολουθημάτων |
| Αιτιατική | παρακολούθημα | παρακολουθήματα |
| Κλητική | παρακολούθημα | παρακολουθήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →