Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρακολούθημα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. είναι ο χώρος εκείνος μιας ιδιοκτησίας (κτιρίου ή οικοπέδου) που έχει βοηθητική χρήση Βικιλεξικό
    • η οικογένεια Τάδε έχτισε ένα παρακολούθημα με εμβαδόν 10 τετραγωνικών μέτρων για τη στέγαση του λέβητα· σα συνέπεια η αντικειμενική αξία της ακίνητης περιουσίας αυξήθηκε
  2. αυτό που ακολουθεί Βικιλεξικό
    • παρακολούθημα και λογική συνέπεια των πράξεών μου ήταν να αποκτήσω περισσότερους φίλους

Ετυμολογία

παρακολούθημα < παρά + ακολούθημα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαρακολούθημαπαρακολουθήματα
Γενικήπαρακολουθήματοςπαρακολουθημάτων
Αιτιατικήπαρακολούθημαπαρακολουθήματα
Κλητικήπαρακολούθημαπαρακολουθήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →