παραλήπτης
•
- αυτός στον οποίο αποστέλλεται κάτι (πχ επιστολή) και πρέπει να το παραλάβει Βικιλεξικό
- τηλεπικοινωνίεςσυσκευή που δέχεται και επεξεργάζεται σήμα, μήνυμα, πληροφορία, ροή δεδομένων (data stream), κλπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραλήπτης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παραληπτής (εισπράκτορας φόρων) με μετακίνηση τόνου κατά τα -λήπτης & σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική receiver
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παραλήπτης | παραλήπτες |
| Γενική | παραλήπτη | παραληπτών |
| Αιτιατική | παραλήπτη | παραλήπτες |
| Κλητική | παραλήπτη | παραλήπτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →