Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραλήπτης

/pa.ɾaˈli.ptis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός στον οποίο αποστέλλεται κάτι (πχ επιστολή) και πρέπει να το παραλάβει Βικιλεξικό
  2. τηλεπικοινωνίεςσυσκευή που δέχεται και επεξεργάζεται σήμα, μήνυμα, πληροφορία, ροή δεδομένων (data stream), κλπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παραλήπτης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παραληπτής (εισπράκτορας φόρων) με μετακίνηση τόνου κατά τα -λήπτης & σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική receiver

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαραλήπτηςπαραλήπτες
Γενικήπαραλήπτηπαραληπτών
Αιτιατικήπαραλήπτηπαραλήπτες
Κλητικήπαραλήπτηπαραλήπτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →