παραλαμβάνω
•
- παίρνω κάτι που μου ανήκει ή με αφορά από κάποιον ο οποίος μου το παραδίδει Βικιλεξικό
- παίρνω κάτι που μου ανήκει ή με αφορά από κάποιον ο οποίος μου το παραδίδει Βικιλεξικό
- για δημόσιο έργο ή παραγγελίαπαίρνω κάτι που μου ανήκει ή με αφορά από κάποιον ο οποίος μου το παραδίδει Βικιλεξικό
- παίρνω κάτι που μου ανήκει ή με αφορά από κάποιον ο οποίος μου το παραδίδει Βικιλεξικό
- παίρνω κάποιον από ένα σημείο για να τον οδηγήσω σε άλλο, επειδή είμαι επιφορτισμένος με αυτό το καθήκον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραλαμβάνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παραλαμβάνω < παρα- + λαμβάνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραλαμβάνω | παραλαμβάνεις | παραλαμβάνει | παραλαμβάνουμε | παραλαμβάνετε | παραλαμβάνουν / παραλαμβάνουνε |
| Παρατατικός | παραλάμβανα | παραλάμβανες | παραλάμβανε | παραλαμβάναμε | παραλαμβάνατε | παραλάμβαναν / παραλαμβάναν / παραλαμβάνανε |
| Αόριστος | παρέλαβα | παρέλαβες | παρέλαβε | παραλάβαμε | παραλάβατε | παρέλαβαν / παραλάβαν / παραλάβανε |
| Μέλλοντας | θα παραλάβω / θα παραλαμβάνω | θα παραλάβεις / θα παραλαμβάνεις | θα παραλάβει / θα παραλαμβάνει | θα παραλάβουμε / θα παραλαμβάνουμε | θα παραλάβετε / θα παραλαμβάνετε | θα παραλάβουν / θα παραλάβουνε / θα παραλαμβάνουν / θα παραλαμβάνουνε |
| Παρακείμενος | έχω παραλάβει | έχεις παραλάβει | έχει παραλάβει | έχουμε παραλάβει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραλάβει | είχες παραλάβει | είχε παραλάβει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παραλάβει / να παραλάβω / να παραλαμβάνω | να έχεις παραλάβει / να παραλάβεις / να παραλαμβάνεις | να έχει παραλάβει / να παραλάβει / να παραλαμβάνει | να έχουμε παραλάβει / να παραλάβουμε / να παραλαμβάνουμε | να παραλάβετε / να παραλαμβάνετε | να παραλάβουν / να παραλάβουνε / να παραλαμβάνουν / να παραλαμβάνουνε |
| Προστακτική | — | παράλαβε / παραλάμβανε | — | — | παραλάβετε / παραλαμβάνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
παραλήφθηκαπαραλαμβάνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →