παραλύω
•
- κάνω κάποιο μέλος του σώματος να μην κινείται ή να κινείται με δυσκολία Βικιλεξικό
- μεταφορικάνεκρώνω, αποδιοργανώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραλύω < αρχαία ελληνική παραλύω < παρά + λύω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική paralyser)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραλύω | παραλύεις | παραλύει | παραλύουμε | παραλύετε | παραλύουν / παραλύουνε |
| Παρατατικός | παρέλυα | παρέλυες | παρέλυε | παραλύαμε | παραλύατε | παρέλυαν / παραλύαν / παραλύανε |
| Αόριστος | παρέλυσα | παρέλυσες | παρέλυσε | παραλύσαμε | παραλύσατε | παρέλυσαν / παραλύσαν / παραλύσανε |
| Μέλλοντας | θα παραλύσω / θα παραλύω | θα παραλύεις / θα παραλύσεις | θα παραλύει / θα παραλύσει | θα παραλύουμε / θα παραλύσουμε | θα παραλύετε / θα παραλύσετε | θα παραλύουν / θα παραλύουνε / θα παραλύσουν / θα παραλύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παραλύσει | έχεις παραλύσει | έχει παραλύσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραλύσει | είχες παραλύσει | είχε παραλύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παραλύσει / να παραλύσω / να παραλύω | να έχεις παραλύσει / να παραλύεις / να παραλύσεις | να έχει παραλύσει / να παραλύει / να παραλύσει | να παραλύουμε / να παραλύσουμε | να παραλύετε / να παραλύσετε | να παραλύουν / να παραλύουνε / να παραλύσουν / να παραλύσουνε |
| Προστακτική | — | έχε παραλυένο / παράλυε / παράλυσε | — | — | παραλύετε / παραλύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →