παρατάσσω
•
- ειδικότερατοποθετώ σε σειρά, σε σχηματισμό Βικιλεξικό
- μεταφορικάτοποθετώ σε σειρά, σε σχηματισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρατάσσω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρατάσσω. Συγχρονικά αναλύεται σε παρα- + τάσσω
Άλλοι τύποι
παρέταξαπαρέτασσαπαρατάσσομαιπαρατάχθηκαπαρατάχτηκαπαραταγμένοςπαρατεταγμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →