παράταξη
•
- η ένταξη κάποιων πραγμάτων ή προσώπων σε μια σειρά Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςκανονικός στρατιωτικός σχηματισμός (στρατιωτών, οχημάτων, αρμάτων, πλοίων κ.ά.) για άμυνα ή επίθεση Βικιλεξικό
- πολιτικήπολιτική (συνδικαλιστική ή άλλη) ομάδα ανθρώπων με οργάνωση, κοινές επιδιώξεις και πρακτικές Βικιλεξικό
- αποχώρησε από το κόμμα, καταγγέλοντας, με σχετική δήλωσή του, τον εκ Κρήτης πολιτικό για τη δημιουργία τεχνητής κρίσης ηγεσίας, προκειμένου να αποσιωπήσει τα μεγάλα προβλήματα της παράταξης και να μετατρέψει ένα κόμμα αρχών σε προσωποπαγές κόμμα. (Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, Όπως τα έζησα (1981-1993), εκδ. Πατάκη, 2018)
- γραμματικήσύνταξη κατά την οποία συνδέονται (με παρατακτικούς συνδέσμους) όμοιοι όροι ή προτάσεις (κύριες με κύριες ή δευτερεύουσες με δευτερεύουσες) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παράταξη < αρχαία ελληνική παράταξις < παρατάσσω < παρά + τάσσω (3: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική front. 4: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική parataxe)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παράταξη | παρατάξεις |
| Γενική | παράταξης | παρατάξεων |
| Αιτιατική | παράταξη | παρατάξεις |
| Κλητική | παράταξη | παρατάξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →