Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραταξιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με κάποια παράταξη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παραταξιακός < παράταξις + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραταξιακόςπαραταξιακήπαραταξιακό
Γενικήπαραταξιακούπαραταξιακήςπαραταξιακού
Αιτιατικήπαραταξιακόπαραταξιακήπαραταξιακό
Κλητικήπαραταξιακέπαραταξιακήπαραταξιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραταξιακοίπαραταξιακέςπαραταξιακά
Γενικήπαραταξιακώνπαραταξιακώνπαραταξιακών
Αιτιατικήπαραταξιακούςπαραταξιακέςπαραταξιακά
Κλητικήπαραταξιακοίπαραταξιακέςπαραταξιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →