Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρατηρητής

/pa.ɾa.ti.ɾiˈtis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. το άτομο που παρατηρεί Βικιλεξικό
    • Πολλές φορές όταν κάθομαι στο μπαλκόνι προσπαθώ να γίνω παρατηρητής των μελλοντικών χρόνων. Εγώ θα 'μαι ένας κωλόγερος των ογδόντα. Θα κάθομαι εδώ, στην ίδια θέση. Η γελάδα απέναντι θα 'χει πεθάνει. Το ρέμα θα 'χει σκεπαστεί και θα 'χει γίνει ένας απαίσιος σε κίνηση γκρίζος δρόμος. (Συλλογικό έργο, επιμέλεια Ιωάννης Χασιώτης, Τοις αγαθοίς βασιλεύουσα: Θεσσαλονίκη, ιστορία και πολιτισμός, Παρατηρητής, 1997, σελ. 407)
  2. ειδικότεραο επιστήμονας που παρατηρεί και καταγράφει την εξέλιξη ενός φαινομένου, τη συμπεριφορά μιας ομάδας ή ενός ατόμου, οτιδήποτε, γενικά, σχετίζεται με το αντικείμενο της έρευνάς του Βικιλεξικό
  3. φυσικήσημείο σχετικιστικής σύγκρισης Βικιλεξικό
  4. μειωτικότο άτομο που αρκείται στο να παρατηρεί, χωρίς να αναλαμβάνει δράση Βικιλεξικό
  5. κάποιος που παρακολουθεί κάτι, χωρίς να έχει κάποια επίσημη ιδιότητα ή δικαίωμα συμμετοχής Βικιλεξικό
  6. στρατιωτικός όροςτο άτομο που εξετάζει τις εχθρικές κινήσεις Βικιλεξικό
  7. επίσημος εντεταλμένος ενός κράτους ή ενός οργανισμού που συμμετέχει σε συζητήσεις επίλυσης προβλημάτων, χωρίς όμως να έχει δικαίωμα ψήφου ή δικαίωμα επικύρωσης των τυχόν συμφωνιών Βικιλεξικό
  8. στον πληθυντικόοι αντιπρόσωποι διεθνούς οργανισμού, που με ειδική απόφαση μεταβαίνουν σε εμπόλεμες περιοχές, διασφαλίζοντας την εγκυρότητα διαφόρων διαδικασιών Βικιλεξικό
  9. επάγγελματο άτομο που με απόφαση της ομοσπονδίας παρακολουθεί ένα αθλητικό γεγονός και καταγράφει όσα διαδραματίζονται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρατηρητής < ελληνιστική κοινή παρατηρητής < αρχαία ελληνική παρατηρέω / παρατηρῶ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική observateur)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαρατηρητήςπαρατηρητές
Γενικήπαρατηρητήπαρατηρητών
Αιτιατικήπαρατηρητήπαρατηρητές
Κλητικήπαρατηρητήπαρατηρητές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →