παρατηρητής
•
- το άτομο που παρατηρεί Βικιλεξικό
- Πολλές φορές όταν κάθομαι στο μπαλκόνι προσπαθώ να γίνω παρατηρητής των μελλοντικών χρόνων. Εγώ θα 'μαι ένας κωλόγερος των ογδόντα. Θα κάθομαι εδώ, στην ίδια θέση. Η γελάδα απέναντι θα 'χει πεθάνει. Το ρέμα θα 'χει σκεπαστεί και θα 'χει γίνει ένας απαίσιος σε κίνηση γκρίζος δρόμος. (Συλλογικό έργο, επιμέλεια Ιωάννης Χασιώτης, Τοις αγαθοίς βασιλεύουσα: Θεσσαλονίκη, ιστορία και πολιτισμός, Παρατηρητής, 1997, σελ. 407)
- ειδικότεραο επιστήμονας που παρατηρεί και καταγράφει την εξέλιξη ενός φαινομένου, τη συμπεριφορά μιας ομάδας ή ενός ατόμου, οτιδήποτε, γενικά, σχετίζεται με το αντικείμενο της έρευνάς του Βικιλεξικό
- φυσικήσημείο σχετικιστικής σύγκρισης Βικιλεξικό
- μειωτικότο άτομο που αρκείται στο να παρατηρεί, χωρίς να αναλαμβάνει δράση Βικιλεξικό
- κάποιος που παρακολουθεί κάτι, χωρίς να έχει κάποια επίσημη ιδιότητα ή δικαίωμα συμμετοχής Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςτο άτομο που εξετάζει τις εχθρικές κινήσεις Βικιλεξικό
- επίσημος εντεταλμένος ενός κράτους ή ενός οργανισμού που συμμετέχει σε συζητήσεις επίλυσης προβλημάτων, χωρίς όμως να έχει δικαίωμα ψήφου ή δικαίωμα επικύρωσης των τυχόν συμφωνιών Βικιλεξικό
- στον πληθυντικόοι αντιπρόσωποι διεθνούς οργανισμού, που με ειδική απόφαση μεταβαίνουν σε εμπόλεμες περιοχές, διασφαλίζοντας την εγκυρότητα διαφόρων διαδικασιών Βικιλεξικό
- επάγγελματο άτομο που με απόφαση της ομοσπονδίας παρακολουθεί ένα αθλητικό γεγονός και καταγράφει όσα διαδραματίζονται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρατηρητής < ελληνιστική κοινή παρατηρητής < αρχαία ελληνική παρατηρέω / παρατηρῶ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική observateur)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρατηρητής | παρατηρητές |
| Γενική | παρατηρητή | παρατηρητών |
| Αιτιατική | παρατηρητή | παρατηρητές |
| Κλητική | παρατηρητή | παρατηρητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →