Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραχωρητήριος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με παραχώρηση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοπαραχωρητήριο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παραχωρητήριος < παραχωρώ + -τήριος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραχωρητήριοςπαραχωρητήριαπαραχωρητήριο
Γενικήπαραχωρητήριουπαραχωρητήριαςπαραχωρητήριου
Αιτιατικήπαραχωρητήριοπαραχωρητήριαπαραχωρητήριο
Κλητικήπαραχωρητήριεπαραχωρητήριαπαραχωρητήριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραχωρητήριοιπαραχωρητήριεςπαραχωρητήρια
Γενικήπαραχωρητήριωνπαραχωρητήριωνπαραχωρητήριων
Αιτιατικήπαραχωρητήριουςπαραχωρητήριεςπαραχωρητήρια
Κλητικήπαραχωρητήριοιπαραχωρητήριεςπαραχωρητήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →