Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ετυμολογία

/e.ti.mo.loˈʝi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. επιστήμηη επιστημονική μελέτη της προέλευσης και ιστορικής εξέλιξης των λέξεων Βικιλεξικό
    • Η ετυμολογία αποτελεί θεμελιώδες συστατικό της ιστορικοσυγκριτικής γλωσσολογίας.
    • Ασχολείται επαγγελματικά με την ετυμολογία της ελληνικής.
  2. η ιστορική προέλευση και μορφοσημασιολογική εξέλιξη μιας λέξης Βικιλεξικό
    • Ποιά είναι η ετυμολογία αυτής της λέξης;
    • Η ετυμολογία του όρου «ζάχαρη» ανάγεται στην σανσκριτική.
  3. μετωνυμίαη πράξη ή διαδικασία ερμηνείας και παρουσίασης της ιστορικής εξέλιξης μιας λέξης Βικιλεξικό
    • Η παραδοσιακή ετυμολογία του όρου Κύκλωψ ως «κύκλος + ωψ» πλέον θεωρείται λαϊκετυμολογική.
  4. μετωνυμίατο συγκεκριμένο κείμενο ή η διατυπωμένη ετυμολογική εξήγηση Βικιλεξικό
    • Διάβασα μια ενδιαφέρουσα ετυμολογία στο διαδίκτυο.

Ετυμολογία

ετυμολογία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐτυμολογία < ἔτυμος (αληθινός) + -λογία, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική étymologie < λατινική etymologia < ελληνιστική κοινή ἐτυμολογία.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήετυμολογίαετυμολογίες
Γενικήετυμολογίαςετυμολογιών
Αιτιατικήετυμολογίαετυμολογίες
Κλητικήετυμολογίαετυμολογίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →