παροξύνω
•
- ειδικότεραοξύνω σε μεγαλύτερο βαθμό Βικιλεξικό
- ειδικότεραοξύνω σε μεγαλύτερο βαθμό Βικιλεξικό
- γραμματικήθέτω οξεία (κι όχι περισπωμένη στην παραλήγουσα) μιας λέξης Βικιλεξικό
- γραμματικήγια λέξη γραμμένη στο μονοτονικό σύστημα που τονίζεται στην παραλήγουσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παροξύνω < αρχαία ελληνική παροξύνω < παρά + ὀξύνω < ὀξύς
Άλλοι τύποι
παροξύνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →