Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οξύνω

/oˈksi.no/ρήμα
•
  1. κάνω κάτι οξύ Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάβελτιώνω (την αντίληψή μου) Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάκάνω κάτι χειρότερο ή πιο κρίσιμο Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάαυξάνω κάτι σε ένταση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οξύνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀξύνω ( < ὀξύ(ς) + -νω)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςοξύνωοξύνειςοξύνειοξύνουμεοξύνετεοξύνουν / οξύνουνε
Παρατατικόςοξυνόμουνα / όξυναοξυνόσουνα / όξυνεςοξυνότανε / όξυνεοξύναμεοξύνατεοξύναν / οξύνανε / όξυναν
Αόριστοςόξυναόξυνεςόξυνεοξύναμεοξύνατεοξύναν / οξύνανε / όξυναν
Μέλλονταςθα οξύνωθα οξύνειςθα οξύνειθα οξύνουμεθα οξύνετεθα οξύνουν / θα οξύνουνε
Παρακείμενοςέχω οξύνειέχεις οξύνειέχει οξύνειέχουμε οξύνειέχετε οξύνειέχουν οξύνει
Υπερσυντέλικοςείχα οξύνειείχες οξύνειείχε οξύνειείχαμε οξύνειείχατε οξύνειείχαν οξύνει
Υποτακτικήνα έχω οξύνει / να οξύνωνα έχεις οξύνει / να οξύνειςνα έχει οξύνει / να οξύνεινα έχουμε οξύνει / να οξύνουμενα έχετε οξύνει / να οξύνετενα έχουν οξύνει / να οξύνουν / να οξύνουνε
Προστακτική—οξύνου / όξυνε——οξύνετε / οξύντε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςοξύνομαιοξύνεσαιοξύνεταιοξυνόμαστε——
Παρατατικόςοξυνόμουνοξυνόσουνοξυνότανοξυνόμαστε——
Αόριστοςοξύνθηκα—————
Μέλλονταςθα οξύνομαιθα οξύνεσαιθα οξύνεταιθα οξυνόμαστε——
Υποτακτικήνα οξύνομαινα οξύνεσαινα οξύνεταινα οξυνόμαστε——

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →