οξύνω
•
- κάνω κάτι οξύ Βικιλεξικό
- μεταφορικάβελτιώνω (την αντίληψή μου) Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάνω κάτι χειρότερο ή πιο κρίσιμο Βικιλεξικό
- μεταφορικάαυξάνω κάτι σε ένταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οξύνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀξύνω ( < ὀξύ(ς) + -νω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | οξύνω | οξύνεις | οξύνει | οξύνουμε | οξύνετε | οξύνουν / οξύνουνε |
| Παρατατικός | οξυνόμουνα / όξυνα | οξυνόσουνα / όξυνες | οξυνότανε / όξυνε | οξύναμε | οξύνατε | οξύναν / οξύνανε / όξυναν |
| Αόριστος | όξυνα | όξυνες | όξυνε | οξύναμε | οξύνατε | οξύναν / οξύνανε / όξυναν |
| Μέλλοντας | θα οξύνω | θα οξύνεις | θα οξύνει | θα οξύνουμε | θα οξύνετε | θα οξύνουν / θα οξύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω οξύνει | έχεις οξύνει | έχει οξύνει | έχουμε οξύνει | έχετε οξύνει | έχουν οξύνει |
| Υπερσυντέλικος | είχα οξύνει | είχες οξύνει | είχε οξύνει | είχαμε οξύνει | είχατε οξύνει | είχαν οξύνει |
| Υποτακτική | να έχω οξύνει / να οξύνω | να έχεις οξύνει / να οξύνεις | να έχει οξύνει / να οξύνει | να έχουμε οξύνει / να οξύνουμε | να έχετε οξύνει / να οξύνετε | να έχουν οξύνει / να οξύνουν / να οξύνουνε |
| Προστακτική | — | οξύνου / όξυνε | — | — | οξύνετε / οξύντε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | οξύνομαι | οξύνεσαι | οξύνεται | οξυνόμαστε | — | — |
| Παρατατικός | οξυνόμουν | οξυνόσουν | οξυνόταν | οξυνόμαστε | — | — |
| Αόριστος | οξύνθηκα | — | — | — | — | — |
| Μέλλοντας | θα οξύνομαι | θα οξύνεσαι | θα οξύνεται | θα οξυνόμαστε | — | — |
| Υποτακτική | να οξύνομαι | να οξύνεσαι | να οξύνεται | να οξυνόμαστε | — | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →