Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παροξύτονος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γραμματικήπου τονίζεται στην παραλήγουσα Βικιλεξικό
    • οι παροξύτονες λέξεις έχουν τόνο στην παραλήγουσα
  2. γραμματικήπου τονίζεται με οξεία στην παραλήγουσα και όχι με περισπωμένη Βικιλεξικό
    • η λέξη «χώρα» είναι παροξύτονη, ενώ η λέξη «χῶρος» είναι προπερισπώμενη σύμφωνα με τους κανόνες τονισμού της γραμματικής των αρχαίων ελληνικών
  3. μετρικήστίχος που τονίζεται στην προτελευταία συλλαβή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παροξύτονος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παροξύτονος < (παρά) παρ- + ὀξύτονος < ὀξύ- + τόν(ος) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαροξύτονοςπαροξύτονηπαροξύτονο
Γενικήπαροξύτονουπαροξύτονηςπαροξύτονου
Αιτιατικήπαροξύτονοπαροξύτονηπαροξύτονο
Κλητικήπαροξύτονεπαροξύτονηπαροξύτονο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαροξύτονοιπαροξύτονεςπαροξύτονα
Γενικήπαροξύτονωνπαροξύτονωνπαροξύτονων
Αιτιατικήπαροξύτονουςπαροξύτονεςπαροξύτονα
Κλητικήπαροξύτονοιπαροξύτονεςπαροξύτονα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →