παροχετευτικός
•
- που έχει σχέση με την παροχέτευση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παροχετευτικός < παροχετεύω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παροχετευτικός | παροχετευτική | παροχετευτικο / παροχετευτικό |
| Γενική | παροχετευτικού | παροχετευτικής | παροχετευτικού |
| Αιτιατική | παροχετευτικό | παροχετευτική | παροχετευτικό |
| Κλητική | παροχετευτικέ | παροχετευτική | παροχετευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παροχετευτικοί | παροχετευτικές | παροχετευτικά |
| Γενική | παροχετευτικών | παροχετευτικών | παροχετευτικών |
| Αιτιατική | παροχετευτικούς | παροχετευτικές | παροχετευτικά |
| Κλητική | παροχετευτικοί | παροχετευτικές | παροχετευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →