Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παροχετευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την παροχέτευση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παροχετευτικός < παροχετεύω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαροχετευτικόςπαροχετευτικήπαροχετευτικο / παροχετευτικό
Γενικήπαροχετευτικούπαροχετευτικήςπαροχετευτικού
Αιτιατικήπαροχετευτικόπαροχετευτικήπαροχετευτικό
Κλητικήπαροχετευτικέπαροχετευτικήπαροχετευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαροχετευτικοίπαροχετευτικέςπαροχετευτικά
Γενικήπαροχετευτικώνπαροχετευτικώνπαροχετευτικών
Αιτιατικήπαροχετευτικούςπαροχετευτικέςπαροχετευτικά
Κλητικήπαροχετευτικοίπαροχετευτικέςπαροχετευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →