παροχετεύω
•
- αλλάζω σκόπιμα την πορεία ενός υγρού που ρέει, δινοντάς της την επιθυμητή κατεύθυνση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παροχετεύω < αρχαία ελληνική παροχετεύω < παρά + ὀχετεύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παροχετεύω | παροχετεύεις | παροχετεύει | παροχετεύουμε | παροχετεύετε | παροχετεύουν / παροχετεύουνε |
| Παρατατικός | παροχέτευα | παροχέτευες | παροχέτευε | παροχετεύαμε | παροχετεύατε | παροχέτευαν / παροχετεύαν / παροχετεύανε |
| Αόριστος | παροχέτευσα | παροχέτευσες | παροχέτευσε | παροχετεύσαμε | παροχετεύσατε | παροχέτευσαν / παροχετεύσαν / παροχετεύσανε |
| Μέλλοντας | θα παροχετεύσω / θα παροχετεύω | θα παροχετεύεις / θα παροχετεύσεις | θα παροχετεύει / θα παροχετεύσει | θα παροχετεύουμε / θα παροχετεύσουμε | θα παροχετεύετε / θα παροχετεύσετε | θα παροχετεύουν / θα παροχετεύουνε / θα παροχετεύσουν / θα παροχετεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παροχετεύσει | έχεις παροχετεύσει | έχει παροχετεύσει | έχουμε παροχετεύσει | έχετε παροχετεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παροχετεύσει | είχες παροχετεύσει | είχε παροχετεύσει | είχαμε παροχετεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παροχετεύσει / να παροχετεύσω / να παροχετεύω | να έχεις παροχετεύσει / να παροχετεύεις / να παροχετεύσεις | να έχει παροχετεύσει / να παροχετεύει / να παροχετεύσει | να έχουμε παροχετεύσει / να παροχετεύουμε / να παροχετεύσουμε | να έχετε παροχετεύσει / να παροχετεύετε / να παροχετεύσετε | να παροχετεύουν / να παροχετεύουνε / να παροχετεύσουν / να παροχετεύσουνε |
| Προστακτική | — | παροχέτευε / παροχέτευσε | — | — | παροχετεύετε / παροχετεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →