παρτάκιας
•
- προφορικόάτομο που ενεργεί εγωκεντρικά, προτάσσοντας πάντοτε το προσωπικό του συμφέρον εις βάρος της συνεργασίας ή της κοινής ωφέλειας Βικιλεξικό
- Το καλό παιδί, που βλέπουμε να προτιμάνε οι γυναίκες στις ταινίες του Ξανθόπουλου, είναι το μεγαλύτερο ψέμα «ever» τον λένε και μαλάκα από πάνω. Μη σου πω και αδερφή. Και σε αυτόν, που ʼναι παρτάκιας αλλά είναι διάσημος ή φραγκάτος, του στήνονται στα τέσσερα στο άψε σβήσε (Δημήτρης Παπαδημητρίου, Μνήμες Σκοτεινά Αναδυόμενες, εκδ. Ακακία, 2013 https://www.google.gr/books/edition/Μνήμες_Σκοτεινά_Αναδυ/Jr60BgAAQBAJ?hl=en&gbpv=1)
Ετυμολογία
παρτάκιας < πάρτη + -άκιας < ιταλική parti < parte < λατινική partem < pars (ή < αγγλική party (πλευρά, μεριά))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρτάκιας | παρτάκηδες |
| Γενική | παρτάκια | παρτάκηδων |
| Αιτιατική | παρτάκια | παρτάκηδες |
| Κλητική | παρτάκια | παρτάκηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →