Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πατερναλισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η υπό το πρόσχημα της προστασίας άσκηση πολιτικής που στοχεύει στον έλεγχο και την κυριαρχία επί των πολιτών Βικιλεξικό
  2. η νοοτροπία που επιδεικνύει μέριμνα για τους ανήμπορους, όπως ο πατέρας για το παιδί του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πατερναλισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική paternalism < paternal < λατινική paternus < pater < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ph₂tḗr

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπατερναλισμόςπατερναλισμοί
Γενικήπατερναλισμούπατερναλισμών
Αιτιατικήπατερναλισμόπατερναλισμούς
Κλητικήπατερναλισμέπατερναλισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →