πατρολογία
•
- θρησκείαθεολογικός κλάδος που μελετά τα συγγράμματα και τη διδασκαλία των εκκλησιαστικών πατέρων ή συγγραφέων Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτα βιβλία που περιέχουν τα σχετικά συγγράμματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πατρολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική patrologie < ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική patrology ή λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική patrologia < αρχαία ελληνική πατήρ + λέγω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πατρολογία | πατρολογίες |
| Γενική | πατρολογίας | πατρολογιών |
| Αιτιατική | πατρολογία | πατρολογίες |
| Κλητική | πατρολογία | πατρολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →