πατρονία
•
- το έργο ή οι ενέργειες του πάτρονα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πατρονία < πάτρον(ας) + -ία (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική patronage)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πατρονία | πατρονίες |
| Γενική | πατρονίας | πατρονιών |
| Αιτιατική | πατρονία | πατρονίες |
| Κλητική | πατρονία | πατρονίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →