πάτρονας
•
- ιστορίαπατρίκιος ή άλλο πρόσωπο υψηλού κοινωνικού κύρους που προστάτευε και εκπροσωπούσε απελεύθερο (ή άλλο άτομο κατώτερης κοινωνικής τάξης) στην αρχαία Ρώμη Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκάποιος που πατρονάρει, που προστατεύει κάποιον (νομικά, οικονομικά κ.λπ.) ή τον κατευθύνει και τον ελέγχει (ενίοτε παρασκηνιακά και ιδιοτελώς) Βικιλεξικό
- ο χορηγός, που προσφέρει οικονομική υποστρήριξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πάτρονας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πάτρων από την αιτιατική «τὸν πάτρωνα» με ορθογραφική απλοποίηση < λατινική patronus < pater < πρωτοϊταλική *patēr < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ph₂tḗr
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πάτρονας | πάτρονες |
| Γενική | πάτρονα | πατρόνων |
| Αιτιατική | πάτρονα | πάτρονες |
| Κλητική | πάτρονα | πάτρονες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →