παχαίνω
•
- αμετάβατογίνομαι πιο παχύς, κερδίζω βάρος Βικιλεξικό
- μεταβατικόκάνω κάποιον ή κάτι πιο παχύ Βικιλεξικό
- η παθητική φωνή μόνο στη μεταβατική σημασία, για ζώα
Ετυμολογία
παχαίνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική παχ(ύνω) με μεταπλασμό σε -αίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παχαίνω | παχαίνεις | παχαίνει | παχαίνουμε | παχαίνετε | παχαίνουν / παχαίνουνε |
| Παρατατικός | πάχαινα | πάχαινες | πάχαινε | παχαίναμε | παχαίνατε | πάχαιναν / παχαίναν / παχαίνανε |
| Αόριστος | πάχυνα | πάχυνες | πάχυνε | παχύναμε | παχύνατε | πάχυναν / παχύναν / παχύνανε |
| Μέλλοντας | θα παχαίνω / θα παχύνω | θα παχαίνεις / θα παχύνεις | θα παχαίνει / θα παχύνει | θα παχαίνουμε / θα παχύνουμε | θα παχαίνετε / θα παχύνετε | θα παχαίνουν / θα παχαίνουνε / θα παχύνουν / θα παχύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω παχύνει | έχεις παχύνει | έχει παχύνει | έχουμε παχύνει | έχετε παχύνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παχύνει | είχες παχύνει | είχε παχύνει | είχαμε παχύνει | είχατε παχύνει | — |
| Υποτακτική | να έχω παχύνει / να παχαίνω / να παχύνω | να έχεις παχύνει / να παχαίνεις / να παχύνεις | να έχει παχύνει / να παχαίνει / να παχύνει | να έχουμε παχύνει / να παχαίνουμε / να παχύνουμε | να έχετε παχύνει / να παχαίνετε / να παχύνετε | να παχαίνουν / να παχαίνουνε / να παχύνουν / να παχύνουνε |
| Προστακτική | — | πάχαινε / πάχυνε | — | — | παχαίνετε / παχύνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →