χοντραίνω
•
- αμετάβατοπαχαίνω, γίνομαι πιο χοντρός από ό,τι ήμουν Βικιλεξικό
- μεταβατικόκάνω κάτι ή κάποιον πιο χοντρό Βικιλεξικό
- μεταβατικόκάνω κάποιον να φαίνεται πιο χοντρός Βικιλεξικό
- μεταβατικόκάνω τη φωνή μου πιο βαθιά και πιο χαμηλή Βικιλεξικό
- μεταβατικόδίνω μεγαλύτερες από όσο πρέπει διαστάσεις ή έκταση σε κάτι Βικιλεξικό
- μεταβατικόεκχυδαΐζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χοντραίνω < χοντρ(ός) + -αίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χοντραίνω | χοντραίνεις | χοντραίνει | χοντραίνουμε | χοντραίνετε | χοντραίνουν / χοντραίνουνε |
| Παρατατικός | χόντραινα | χόντραινες | χόντραινε | χοντραίναμε | χοντραίνατε | χοντραίναν / χοντραίνανε / χόντραιναν |
| Αόριστος | χόντρυνα | χόντρυνες | χόντρυνε | χοντρύναμε | χοντρύνατε | χοντρύναν / χοντρύνανε / χόντρυναν |
| Μέλλοντας | θα χοντραίνω / θα χοντρύνω | θα χοντραίνεις / θα χοντρύνεις | θα χοντραίνει / θα χοντρύνει | θα χοντραίνουμε / θα χοντρύνουμε | θα χοντραίνετε / θα χοντρύνετε | θα χοντραίνουν / θα χοντραίνουνε / θα χοντρύνουν / θα χοντρύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω χοντρύνει | έχεις χοντρύνει | έχει χοντρύνει | έχουμε χοντρύνει | έχετε χοντρύνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χοντρύνει | είχες χοντρύνει | είχε χοντρύνει | είχαμε χοντρύνει | είχατε χοντρύνει | — |
| Υποτακτική | να έχω χοντρύνει / να χοντραίνω / να χοντρύνω | να έχεις χοντρύνει / να χοντραίνεις / να χοντρύνεις | να έχει χοντρύνει / να χοντραίνει / να χοντρύνει | να έχουμε χοντρύνει / να χοντραίνουμε / να χοντρύνουμε | να έχετε χοντρύνει / να χοντραίνετε / να χοντρύνετε | να χοντραίνουν / να χοντραίνουνε / να χοντρύνουν / να χοντρύνουνε |
| Προστακτική | — | χόντραινε / χόντρυνε | — | — | χοντραίνετε / χοντρύνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →