Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παχυντικός

/pa.çin.diˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την πάχυνση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • Μην τρώς παχυντικά φαγητά!

Ετυμολογία

παχυντικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παχυντικός < αρχαία ελληνική παχύνω < παχύς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαχυντικόςπαχυντικήπαχυντικό
Γενικήπαχυντικούπαχυντικήςπαχυντικού
Αιτιατικήπαχυντικόπαχυντικήπαχυντικό
Κλητικήπαχυντικέπαχυντικήπαχυντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαχυντικοίπαχυντικέςπαχυντικά
Γενικήπαχυντικώνπαχυντικώνπαχυντικών
Αιτιατικήπαχυντικούςπαχυντικέςπαχυντικά
Κλητικήπαχυντικοίπαχυντικέςπαχυντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →