παχυντικός
•
- που έχει σχέση με την πάχυνση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
- Μην τρώς παχυντικά φαγητά!
Ετυμολογία
παχυντικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παχυντικός < αρχαία ελληνική παχύνω < παχύς
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παχυντικός | παχυντική | παχυντικό |
| Γενική | παχυντικού | παχυντικής | παχυντικού |
| Αιτιατική | παχυντικό | παχυντική | παχυντικό |
| Κλητική | παχυντικέ | παχυντική | παχυντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παχυντικοί | παχυντικές | παχυντικά |
| Γενική | παχυντικών | παχυντικών | παχυντικών |
| Αιτιατική | παχυντικούς | παχυντικές | παχυντικά |
| Κλητική | παχυντικοί | παχυντικές | παχυντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →