Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απισχναντικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την απίσχναση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απισχναντικός < απισχναίνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπισχναντικόςαπισχναντικήαπισχναντικό
Γενικήαπισχναντικούαπισχναντικήςαπισχναντικού
Αιτιατικήαπισχναντικόαπισχναντικήαπισχναντικό
Κλητικήαπισχναντικέαπισχναντικήαπισχναντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπισχναντικοίαπισχναντικέςαπισχναντικά
Γενικήαπισχναντικώναπισχναντικώναπισχναντικών
Αιτιατικήαπισχναντικούςαπισχναντικέςαπισχναντικά
Κλητικήαπισχναντικοίαπισχναντικέςαπισχναντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →