πεδιακός
•
- φυσικήπου έχει σχέση με πεδίο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεδιακός < πεδίο + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πεδιακός | πεδιακή | πεδιακό |
| Γενική | πεδιακού | πεδιακής | πεδιακού |
| Αιτιατική | πεδιακό | πεδιακή | πεδιακό |
| Κλητική | πεδιακέ | πεδιακή | πεδιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πεδιακοί | πεδιακές | πεδιακά |
| Γενική | πεδιακών | πεδιακών | πεδιακών |
| Αιτιατική | πεδιακούς | πεδιακές | πεδιακά |
| Κλητική | πεδιακοί | πεδιακές | πεδιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →