Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεδιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. φυσικήπου έχει σχέση με πεδίο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πεδιακός < πεδίο + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεδιακόςπεδιακήπεδιακό
Γενικήπεδιακούπεδιακήςπεδιακού
Αιτιατικήπεδιακόπεδιακήπεδιακό
Κλητικήπεδιακέπεδιακήπεδιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεδιακοίπεδιακέςπεδιακά
Γενικήπεδιακώνπεδιακώνπεδιακών
Αιτιατικήπεδιακούςπεδιακέςπεδιακά
Κλητικήπεδιακοίπεδιακέςπεδιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →