πεδικλώνω
•
- δένω τα πόδια ζώου με πέδικλο Βικιλεξικό
- παρεμβάλλω ένα εμπόδιο, ώστε κάποιος να σκοντάψει Βικιλεξικό
- παθητική φωνήπεδικλώνομαι: χάνω τον βηματισμό μου και σκοντάφτω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεδικλώνω < μεσαιωνική ελληνική πεδικλῶ / πεδουκλῶ / πεδικλώνω < πέδικλον / πέδουκλον / πεδούκλι < λατινική pediculum, ουδέτερο του pediculus < pes + -culus (υποκοριστικό επίθημα) < πρωτοϊταλική *pets < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pṓds (πόδι)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πεδικλώνω | πεδικλώνεις | πεδικλώνει | πεδικλώνουμε | πεδικλώνετε | πεδικλώνουν / πεδικλώνουνε |
| Παρατατικός | πεδίκλωνα | πεδίκλωνες | πεδίκλωνε | πεδικλώναμε | πεδικλώνατε | πεδίκλωναν / πεδικλώναν / πεδικλώνανε |
| Αόριστος | πεδίκλωσα | πεδίκλωσες | πεδίκλωσε | πεδικλώσαμε | πεδικλώσατε | πεδίκλωσαν / πεδικλώσαν / πεδικλώσανε |
| Μέλλοντας | θα πεδικλώνω / θα πεδικλώσω | θα πεδικλώνεις / θα πεδικλώσεις | θα πεδικλώνει / θα πεδικλώσει | θα πεδικλώνουμε / θα πεδικλώσουμε | θα πεδικλώνετε / θα πεδικλώσετε | θα πεδικλώνουν / θα πεδικλώνουνε / θα πεδικλώσουν / θα πεδικλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πεδικλώσει | έχεις πεδικλώσει | έχει πεδικλώσει | έχουμε πεδικλώσει | έχετε πεδικλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πεδικλώσει | είχες πεδικλώσει | είχε πεδικλώσει | είχαμε πεδικλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πεδικλώσει / να πεδικλώνω / να πεδικλώσω | να έχεις πεδικλώσει / να πεδικλώνεις / να πεδικλώσεις | να έχει πεδικλώσει / να πεδικλώνει / να πεδικλώσει | να έχουμε πεδικλώσει / να πεδικλώνουμε / να πεδικλώσουμε | να έχετε πεδικλώσει / να πεδικλώνετε / να πεδικλώσετε | να πεδικλώνουν / να πεδικλώνουνε / να πεδικλώσουν / να πεδικλώσουνε |
| Προστακτική | — | πεδίκλωνε / πεδίκλωσε | — | — | πεδικλώνετε / πεδικλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →