πέδικλο
•
- σχοινί ή ξύλο με το οποίο δένονται τα μπροστινά πόδια ενός ζώου, ώστε να δυσκολεύεται στις κινήσεις και να μην μπορεί να απομακρυνθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πέδικλο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πέδικλον < προέλευσης από τη λατινική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πέδικλο | πέδικλα |
| Γενική | πέδικλου / πεδίκλου | πεδίκλων |
| Αιτιατική | πέδικλο | πέδικλα |
| Κλητική | πέδικλο | πέδικλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →