Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεζογραφία

/pe.zo.ɣɾaˈfi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φιλολογίαη τέχνη του πεζού λόγου Βικιλεξικό
  2. το σύνολο λογοτεχνικών έργων ενός συγγραφέα, μιας σχολής, μιας χώρας κ.λπ. Βικιλεξικό
    • Εγώ αγκαλά και να αγροικούσα κομμάτι την ελληνικήν πεζογραφίαν μού εφάνη κατά πρώτην φοράν ο Όμηρος κατά πολλά δύσκολος, αλλά ενοστιμεύθηκα πολύ τους στίχους και δεν έκανα άλλο παρά να τους εκφωνώ μοναχή μου.

Ετυμολογία

πεζογραφία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πεζογραφία < πεζογράφος < αρχαία ελληνική πεζός + γράφω. Μορφολογικά αναλύεται σε πεζο- + -γραφία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπεζογραφίαπεζογραφίες
Γενικήπεζογραφίαςπεζογραφιών
Αιτιατικήπεζογραφίαπεζογραφίες
Κλητικήπεζογραφίαπεζογραφίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →