Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεθαμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. προφορικόθάνατος Βικιλεξικό
  2. προφορικόό,τι μας κουράζει πολύ, μας βασανίζει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πεθαμός < μεσαιωνική ελληνική ἀπεθαμός < ἀπεθαίνω (πεθαίνω), θέμα πεθαν- + -μα με αφομοίωση [nm] > [mm] και απλοποίηση [mm] > [m]

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπεθαμόςπεθαμοί
Γενικήπεθαμούπεθαμών
Αιτιατικήπεθαμόπεθαμούς
Κλητικήπεθαμέπεθαμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →